Thursday, November 29, 2012

Τάδε έφη ασθενών ιατρός





Βλέμα στο πέλαγος. Εστιασμένο στο βάθος του ορίζοντα, περιπλανόμενο στο γαλάζιο που διακόπτει μόνον η άσπρη γραμμή που αφήνει πίσω του το μαύρο σημαδάκι που απομακρύνεται απο τη θωριά του.
Πόσο όμορφο είναι το θαλάσσιο λιβάδι. Πόσο μεγάλη αξία εχει ξαφνικά αυτή η μεγάλη ομορφιά. Ολη τη ζωή του μέχρι σήμερα, δεν είχε συνηδητοποιήσει την ανυπολόγιστη αξία των δεδομένων. Ολων αυτών που καθημερινά όλοι μας θεωρούμε ως δεδομένα, και τα παραβλέπουμε. Σε μια καθημερινότητα που λίγο πολύ όλοι μας ζούμε νομίζοντας πως βαδίζουμε στα σίγουρα.
Το απέραντο γαλάζιο που του γέμιζε το βλέμα, αυτό που κάθε μέρα, ψάχνοντας στον παραλιακό για να βρεί θέση να αφήσει το αυτοκίνητό του, ούτε που του έριχνε μια ματιά. Και μετά ανέβαινε στον 5ο όροφο του νοσοκομείου, ξεκινώντας την βάρδια του δίπλα σε όλους αυτούς που ξαφνικά έγιναν συνοδοιπόροι στον πόνο και την απελπισμένη αναζήτηση της ελπίδας. Και μετά τη βάρδια του στο νοσοκομείο, άλλη μια βάρδια 5 ωρών στο ιατρείο του, που γέμιζε την τσέπη του με χρήμα, αλλά  δεν μπορούσε να του γεμίσει την ψυχή.
Κοίτα που τώρα ένοιωθε γεμάτος. Γέμισε με πόνο, αγωνία, απελπισία, αγάπη, κατανόηση,συμπόνια, και ζωή. Αυτή τη ζωή που οι συνάδελφοί του πρίν απο αρκετό καιρό του είπαν τηλεφωνικά, αφού δεν βρήκαν το κουράγιο να του το ανακοινώσουν πρόσωπο με πρόσωπο, πως έχει περιορισμένη διάρκεια. Ισως μόνο 1 χρόνο ακόμα.
         Ξαφνικά τόσες αξίες σαν αυτή του γαλάζιου, φανερώθηκαν εμπρός του.
Κάθε πρότερη φιλοσοφία, πραγματώθηκε μέσα του, και ο πρωϊνός κουλουρτζής στη διασταύρωση, η καθαρίστρια με το φιόγκο στο απεριποίητο μαλλί της που σφουγκάριζε την είσοδο της απέναντι πολυκατοικίας, απέκτησαν μιαν αξία, τουλάχιστον όση αν όχι περισσότερη απο τον ακριβό Ρεμπράντ που κατάφερε να αποκτήσει για να στολίσει το γραφείο του.
Και άλλες αξίες, απρόσμενες, αξίες που φαντάζουν απίστευτα απέραντες, τόσο, όσο ανύποπτα υπαρκτές ήσαν μέχρι πρότινως.
         Και έτσι η ζωή πήρε την ανυπολόγιστη αξία της. Αλλά σε άλλο επίπεδο. Οχι στην πολυπλοκότητά της αλλά στην απλότητά της. Οι λεπτομέρειες απέκτησαν μέγεθος. Τα μεγάλα έγιναν ποταπά. Τα τιποτένια έγιναν στόχος. Ο θάνατος, απο απευκταίο γεγονός έγινε φιλοσοφική προσδοκία. Και το χέρι του ξαφνικά απλωνόταν στον χάρο, σαν να ήταν ο συνοδοιπόρος του αντι για αντίπαλός του στον μάταιο αγώνα για την επιβίωση.
          Και ανακάλυψε γύρω του και άλλους συμμάχους στον αγώνα αυτόν.
Το φίλο του που τον συνοδεύει στο κρασάκι του και τις φιλοσοφικές τους κουβέντες, τις γεμάτες με καζούρα, την σύζυγό του, που είχε σχεδόν ξεχάσει να αγαπάει, βουτηγμένος στον αγώνα για την επίτευξη των στόχων της ζωής του, τα παιδιά του που σταμάτησε να πιέζει απαιτώντάς τα να του φέρνουν εικοσάρια απο το σχολείο, τους καθημερινούς του συνεργάτες, που απο συνάδελφοί του, έγιναν γιατροί του, τον μανάβη του που απο απλός προμηθευτής του έγινε κολλητός του, τα παιδάκια στην απέναντι πλατεία που ξεσηκώνουν τον κόσμο με τις φωνές και τις στριγγλιές τους όπως κυνηγιούνται ανάμεσα σε παπούδες και γιαγιάδες που κουτσομπολεύουν.
             Και τότε κυκλοφόρησε το νέο φάρμακο. Αυτό που ανέτρεψε τα δεδομένα.
Μετά απο 6 χρόνια πια, με σταθεροποιημένη την κατάστασή του, έχοντας σημαδευτεί απο τις σκέψεις του, απο την ανακάλυψη των αξιών και της οπτικής που ελέγχει τα δεδομένα στη ζωή μας, στον καθένα απο εμάς, υπολογίζοντας και αξιολογώντας, διαπίστωσε πως έχει τύψεις. Τύψεις που τον χτυπούν κατάκαρδα.
Επί πεντέμιση χρόνια παίρνει τα χάπια που τον κράτησαν στη ζωή. Που κοστίζουν κάθε ενάμιση μήνα όσο χρειάζεται μια οικογένεια μέσα στην κρίση για να ζήσει έναν χρόνο.
Αυτά τα χάπια που τον κράτησαν κοντά στους ασθενείς του, δίπλα στη γυναίκα του και τα παιδιά του, του επέτρεψαν να πίνει το κοκκινέλι του με τον φιλαράκο του στο ταβερνάκι τους, να ακούει ακόμα τις τσιρίδες των παιδιών που παίζουν στην πλατεία, τις πονηρές κουβέντες του μανάβη του που πειράζει την ομορφούλα που ψωνίζει, και του κουλουρτζή που παλεύει να τα βγάλει πέρα με τα κουλούρια των 50 λεπτών.
            Ενας εξηντάχρονος ογκολόγος που πέρασε στην αντίπερα όχθη, μπαίνοντας στα παπούτσια των ασθενών του. Ετσι ένοιωσε ότι και αυτοί. Εγινε και ο ίδιος ένας ασθενής, που άκουγε τους γιατρούς του, που ρίγησε στο άκουσμα της επάρατης, που απελπίστηκε, που φιλοσόφησε, που ευτυχώς νικά.
Τώρα πιά ξέρει καλύτερα, γιατί το ένοιωσε στο πετσί του. Και ξεκίνησε πάλι με νέα κίνητρα να φροντίζει τους ασθενείς του επιστρέφοντας στο πόστο του.
Γνωρίζει πια πως το καλύτερο φάρμακο που υπάρχει είναι και το πιό φτηνό. Διατίθεται εύκολα και άμεσα σε ασφαλισμένους και μή. Είναι το άγγιγμα στον ώμο, το σφίξιμο στο χέρι, η ζεστή κουβέντα, η χαρούμενη ματιά.
Οι παλιές αξίες κατέρευσαν. Ουτοπίες. Χείμερες. Ανούσια τεχνουργήματα του ανθρώπινου νου και της ματαιοδοξίας μας. Η αφίσα στη ζωή μας που μας ανακοινώνει το δεδομένο που αρνούμαστε να κοιτάξουμε κατάματα, παρασυρμένοι απο την υλιστική μας ουτοπία. Η αφίσα που τοιχοκολλημένη έξω απο το γραφείο του λέει «εάν σας ζητήσουν φακελάκι...δώστε τους ένα άδειο».....
Η σκέψεις τώρα δεν στέκονται στα ανούσια αλλά στα καθημερινά.
Στην τριαντάχρονη που είναι τρία χρόνια παντρεμένη έχοντας περάσει τα δυόμιση στον πέμπτο όροφο του νοσοκομείου, πολεμώντας για τη ζωή της, με τον κουρασμένο ήδη στα τριανταπέντε του σύζυγό της να σπαταλάει τον χρόνο της ξεκούρασής του, της διασκέδασής του, των προσωπικών του στιγμών δίπλα της.
Στον πόνο, στα βογκητά, τις προσευχές, τα κλάματα, την απελπισία, την ελπίδα.
Και η προσφορά του πλέον δεν έχει ανταλλακτική αξία. Κανένα νόμισμα δεν πληρώνει την αληθινή ανθρώπινη αξία. Κανένα νόμισμα δεν μπορεί να αγοράσει τις αληθινές καθημερινές αξίες που προσπερνάμε όλοι λίγο πολύ αγνοώντας τες ως ασήμαντες. Κανένα νόμισμα δεν μπορεί να μας βγάλει απο την κρίση, που μόνο οικονομική δεν είναι. Ανθρώπινη είναι. Και οι σύγχρονες ζυγαριές δεν ζυγίζουν το βάρος του σώματός μας, αλλά το βάρος των υλικών μας φορτίων.
Των τόσο ακριβών μας φορτίων που μας γονατίζουν.
Ερχεται λοπόν η προσφορά, η ανθρώπινη προσφορά για να μας απαλλάξει απο το φορτίο αυτό. Για να μας προσφέρει την άλλη αξία. Αυτή που όλοι οι υγειείς αδυνατούμε να ανακαλύψουμε ακόμα. Μια αξία που καμιά τηλεόραση, κανένας οικονομολόγος, κανένας πολιτικός, κανένας επιστήμονας δεν μπορεί να μας προσφέρει. Μόνο ο πόνος έχει αυτή τη δυνατότητα.
Ο πόνος του ασθενή που ξαφνικά, ξέχασε να δει τις ειδήσεις στην τηλεόρασή του, ξέχασε το τηλέφωνο του ωφειλέτη του, το πορτοφόλι του, τις καταθέσεις του, αδιαφόρησε για τις διαφημίσεις που μάταια προσπαθούν να του κεντρίσουν το ενδιαφέρον. Αυτού του ασθενή που ανακάλυψε την απίθανη γεύση του νερού, το μοναδικό γαλάζιο του ουρανού, την γοητεία της κάπαρης που αναριχάται στον όχτο προσπαθώντας να βρεί λίγη σκιά, την ατελείωτη γλύκα στην μορφή της γυναίκας που συνήθισε να βλέπει σαν δοχείο ολιγόλεπτης ηδονής, τη χαρά της συναναστροφής με τον φίλο του που δεν λάκισε στα δύσκολα.
Και η παρόρμησή του να βρεί απάντηση στο ερώτημα «γιατί σε μένα» εξαλείφθηκε απο την αποφασιστικότητα του νεαρού φοιτητή που δήλασε πως ο καρκίνος του δεν είναι παρά μια ευκαιρία για αλλαγή πλεύσης στη ζωή, και απο  την παρόρμησή του να πολεμήσει στο πλευρό των ασθενών του οχι για τον βιοπορισμό του αλλά για τον βιολογισμό του.
          Γιατί η ζωή μας δεν έχει την αξία που της προσδίδει η ματαιοδοξία μας, αλλά αυτήν που της προσδίδει η προσφορά μας.

Τάδε έφη ασθενών ιατρός

Πηγή: http://www.ramnousia.com/

No comments:

Post a Comment